«Φωνάζω για να με ακούσεις»: - Τι πραγματικά συμβαίνει όταν ο θυμός γίνεται τρόπος επικοινωνίας;
«Αν μου έδινες σημασία από την αρχή, δεν θα χρειαζόταν να φωνάξω.»
Πόσες φορές έχεις σκεφτεί αυτή τη φράση και πόσες ακόμα την έχεις πει, απολογούμενη για τη συμπεριφορά σου; Αυτή η φράση έχει μέσα της πολλά συναισθήματα, όχι μόνο θυμό. Μπορεί να υπάρχει απογοήτευση, ματαίωση, αίσθημα αδικίας ή η έντονη ανάγκη να νιώσουμε ότι ο άλλος άνθρωπος επιτέλους κατάλαβε τι προσπαθούμε να του πούμε.
Ύστερα από συνεχόμενες προσπάθειες στο παρελθόν, σχεδόν χωρίς να το καταλάβουμε, η ένταση αρχίζει να μοιάζει με τον μόνο τρόπο που ξέρουμε για να ακουστούμε. Ο θυμός από μόνος του δεν είναι κάτι «κακό». Είναι ένα φυσιολογικό συναίσθημα και συχνά εμφανίζεται όταν αισθανόμαστε ότι ένα όριό μας παραβιάζεται, ότι μια ανάγκη μας αγνοείται ή ότι κάτι σημαντικό για εμάς δεν εξελίσσεται όπως περιμέναμε. Μας κινητοποιεί να προστατευτούμε, να αντιδράσουμε και να διεκδικήσουμε.
Το πρόβλημα ξεκινά όταν ο θυμός παύει να είναι απλώς ένα συναίσθημα και γίνεται ο βασικός τρόπος με τον οποίο προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε.

«Μόνο όταν φωνάζω με ακούει»
Ας φανταστούμε ένα απλό παράδειγμα. Ζητάς από τον σύντροφό σου να κάνει κάτι. Δεν γίνεται. Το ζητάς ξανά. Πάλι τίποτα. Την τρίτη φορά ανεβάζεις τη φωνή σου και τότε εκείνος αντιδρά, έχεις πλέον την προσοχή του. Τι μπορεί να μάθει το μυαλό σου από αυτή την εμπειρία; Ότι οι δύο πρώτες, ήρεμες προσπάθειες δεν έφεραν αποτέλεσμα, ενώ η ένταση έφερε. Έτσι μπορεί σταδιακά να δημιουργηθεί ένας μαθημένος τρόπος αντίδρασης: «Για να με ακούσουν, πρέπει να φωνάξω.»
Στην ψυχολογία γνωρίζουμε ότι οι συμπεριφορές που φαίνεται να έχουν κάποιο αποτέλεσμα είναι πιθανότερο να επαναληφθούν. Αν κάθε φορά που υψώνω τη φωνή ο άλλος σταματά αυτό που κάνει, απαντά, ή τελικά μου δίνει προσοχή, η ίδια η εμπειρία μπορεί να ενισχύσει αυτή τη συμπεριφορά.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η επικοινωνία έγινε πιο αποτελεσματική. Υπάρχει σημαντική διαφορά ανάμεσα στο «αντέδρασε επειδή φώναξα» και στο «με άκουσε και κατάλαβε αυτό που προσπαθούσα να του πω».
Όταν κάποιος βρίσκεται απέναντι σε έντονη φωνή, κατηγορίες ή επιθετικό τόνο, είναι πολύ πιθανό να περάσει σε άμυνα. Να προσπαθήσει να δικαιολογηθεί, να αντεπιτεθεί, να κλειστεί στον εαυτό του ή απλώς να απομακρυνθεί από τη συζήτηση.
Και τότε συμβαίνει κάτι παράδοξο: φωνάζουμε περισσότερο για να ακουστούμε, αλλά όσο περισσότερο φωνάζουμε, τόσο πιο δύσκολο γίνεται για τον άλλον να ακούσει το πραγματικό μήνυμα πίσω από τον θυμό.
Ο φαύλος κύκλος της έντασης
Κάπως έτσι μπορεί να δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος: Νιώθω ότι δεν με ακούς → αυξάνω την ένταση → εσύ αμύνεσαι ή απομακρύνεσαι → νιώθω ακόμα περισσότερο ότι δεν με ακούς → φωνάζω περισσότερο…
Όσο αυτό επαναλαμβάνεται, τόσο πιο εύκολο γίνεται να πιστέψουμε ότι το πρόβλημα είναι αποκλειστικά ο άλλος: «Αν με άκουγε εξαρχής, εγώ δεν θα φώναζα». Μόνο που μέσα σε μια σύγκρουση συνήθως δεν αντιδρούμε μόνο σε αυτό που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή. Αντιδρούμε και σε όσα έχουμε ήδη σκεφτεί για αυτό. «Πάλι με αγνοεί», «Δεν με υπολογίζει», «Δεν τον ενδιαφέρει αυτό που του λέω», «Πρέπει να φωνάξω για να καταλάβει ότι μιλάω σοβαρά». Αυτές οι σκέψεις μπορούν να αυξήσουν ακόμη περισσότερο το συναίσθημα του θυμού και, μαζί με αυτό, την ένταση της αντίδρασής μας.
Από την άλλη πλευρά, ο άνθρωπος που δέχεται τις φωνές μπορεί να βιώνει τη συζήτηση εντελώς διαφορετικά. Αντί να ακούει το αίτημα που βρίσκεται πίσω από τον θυμό, μπορεί πλέον να προσπαθεί να προστατευτεί από την ένταση, να αμυνθεί. Έτσι, η αρχική ανάγκη χάνεται κάπου ανάμεσα στις κατηγορίες, στις άμυνες και στην προσπάθεια του καθενός να αποδείξει τη δική του πλευρά.

Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να μην θυμώνουμε. Ούτε να καταπιέζουμε όσα μας ενοχλούν για να παραμένουμε πάντα ήρεμοι. Είναι να μπορέσουμε να παρατηρήσουμε τι υπάρχει λίγο πριν από τη φωνή.
Τι σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή; Τι ένιωσα ότι σημαίνει η συμπεριφορά του άλλου; Τι χρειάζομαι από εκείνον; Και, τελικά, ποιο είναι το μήνυμα που προσπαθώ να του μεταφέρω; Για παράδειγμα, πίσω από το «Ποτέ δεν με ακούς!» μπορεί να υπάρχει το «Έχω ανάγκη να νιώσω ότι αυτό που σου λέω είναι σημαντικό για σένα». Πίσω από το «Πρέπει να στα λέω εκατό φορές!» μπορεί να βρίσκεται το «Όταν συμφωνούμε κάτι και δεν γίνεται, νιώθω ότι όλη η ευθύνη μένει πάνω μου».
Η δεύτερη διατύπωση δεν εγγυάται ότι ο άλλος θα συμφωνήσει, ούτε ότι κάθε σύγκρουση θα λυθεί ήρεμα. Αυξάνει, τις πιθανότητες να ακούσει το πραγματικό μήνυμα αντί να αμυνθεί απέναντι στον τρόπο με τον οποίο του μεταφέρεται. Και αυτό χρειάζεται εξάσκηση. Ιδιαίτερα όταν για χρόνια η ένταση έχει γίνει ένας σχεδόν αυτόματος τρόπος αντίδρασης.
Μια μικρή παύση πριν απαντήσουμε, να παρατηρήσουμε πώς το σώμα μας κουβαλάει το θυμό - η ταχυκαρδία, το σφίξιμο, η αλλαγή στον τόνο της φωνής- και η προσπάθεια να αναγνωρίσουμε τι ακριβώς θέλουμε από τον άλλον μπορούν σταδιακά να δημιουργήσουν έναν διαφορετικό τρόπο επικοινωνίας. Το να καταλάβουμε γιατί φωνάζουμε δεν σημαίνει ότι δικαιολογούμε τη συμπεριφορά μας. Σημαίνει ότι αποκτούμε περισσότερες πιθανότητες να την αλλάξουμε.
Σαφώς και σε κάθε περίπτωση παίζει ρόλο και η αντίδραση του άλλου, αλλά στην πραγματικότητα μόνο τη δική μας συμπεριφορά μπορούμε να ελέγξουμε.
Γράφει η Γιώτα Μπουρδανιώτη

Η Γιώτα Μπουρδανιώτη έχει πολυετή επαγγελματική εμπειρία στον χώρο των επιχειρήσεων και παράλληλα ολοκληρώνει τις σπουδές της στην Ψυχολογία, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη Συμβουλευτική. Μέσα από τη σελίδα της Feel_Think+Repeat δημιουργεί περιεχόμενο γύρω από την ψυχική υγεία, τις σχέσεις, τα συναισθήματα και τα καθημερινά μοτίβα σκέψης και συμπεριφοράς, με στόχο η ψυχολογία να γίνεται πιο κατανοητή και πιο κοντά στην καθημερινή ζωή.
Ακολουθήστε την στο Instagram και στο TikTok @Feel_Think_Repeat




